Ο χειμώνας έχει μπει πλέον για τα καλά και οι μικροί μας φίλοι
Οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να επικοινωνούν και να ενημερώνουν
Μία τέτοια δύσκολη μέρα για την χώρα μας που υποδέχτηκε στα έγκατά της
Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ εορτάζονται αύριο Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018 από την Εκκλησία μας. Οι αρχάγγελοι στέλνονται από το Θεό με μορφή ορατή (οι άγγελοι είναι αόρατα αγαθά πνεύματα κοντά στο, Θεό) σε σπουδαίες ιστορικές περιστάσεις, που πρόκειται να εκδηλωθεί ή να εκτελεσθεί κάποια μεγάλη θεία θέληση. Η Εκκλησία μας στις 8 Νοεμβρίου, γιορτάζει τη Σύναξη των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, καθώς και των υπολοίπων Ασωμάτων και Ουρανίων Αγγελικών Ταγμάτων. Πρόκειται για τη σύναξη, τη συνάθροιση δηλαδή των πιστών, που εύλογα θέσπισε η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, για να αποδώσει την πρέπουσα τιμή στους λειτουργούς του Θεού και δικούς μας προστάτες και φύλακες, σε μια κοινή γι’ αυτούς γιορτή. Κατά τήν παράδοση , τήν νύκτα τής παραμονής τής εορτής τών αγίων, μαζεύουμε όλα τά παπούτσια τού σπιτιού καί τά κρύβουμε γιά νά μήν τά δεί ο Αρχάγγελος Μιχαήλ πού θεωρείται καί ώς ό άγγελος τού θανάτου, καί μάς γράψει γιά νά μάς πάρει τήν ψυχή. Επειδή ακόμα, το έργο Τους είναι να προστατεύουν τους ανθρώπους, να πολεμούν και να μάχονται τους κακούς δαίμονες κατακτώντας έτσι τους Ουρανούς, η Πολεμική μας Αεροπορία τους έχει ανακηρύξει Προστάτες της και τους γιορτάζει την ίδια μέρα, που τους γιορτάζει και η Εκκλησία μας, στις 8 Νοεμβρίου. Θαύματα της εικόνας του Ταξιάρχη Στο μέτωπο και στα μαγουλά του Ταξιάρχη, οι πιστοί κολλάνε μεταλλικά νομίσματα, που αφήνουν σημάδια στο πρόσωπο του, αλλά γρήγορα εξαλείφονται. Κάθε τόσο τα μάτια του αρχαγγέλου βουρκώνουν, και οι χριστιανοί σκουπίζουν με μπαμπάκι τα δάκρυα του. Το ίδιο κάνουν με τον ίδρωτα, όταν συμβαίνει το πρόσωπο του να Ιδρώνει. Ένα από τα πολλά θαύματα του Ταξιάρχη στο Μανταμάδο της Λέσβου, με προσωπική παρουσία του, είναι και η θεραπεία ενός παιδιού, του Βασίλη Καραστήρη από την Αθήνα. Ενώ έπαιζε ο μικρός, έπεσε και χτύπησε άσχημα στο κεφάλι. Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου διαπίστωσαν πώς είχε μείνει τυφλός και παράλυτος. Ο διευθυντής κάλεσε τους γονείς του παιδιού στο γραφείο του και τους είπε ότι η κατάσταση του παιδιού είναι σοβαρή και ότι χρειάζεται άμεση επέμβαση, αλλά οι ελπίδες επιτυχίας είναι σχεδόν μηδαμινές. Το παιδί οδηγήθηκε στο χειρουργείο. Ενώ το ετοίμαζαν για την εγχείρηση, καθώς διηγήθηκε αργότερα το ίδιο, το σκοτάδι των ματιών του διαλύθηκε, κι ένα φωτεινό όραμα πήρε τη θέση του: Βρέθηκε μπροστά σ’ ένα ναό με καμάρες, που η πρόσοψη του ήταν χτισμένη με κόκκινες πέτρες. Από την ανοιχτή του πόρτα έβγαινε ένα εκτυφλωτικό φως. Ο Βασιλάκης πλησίασε στην πόρτα, και τι να δει! Ένα ωραίο παλικάρι, λουσμένο στο φως, είχε απλώσει τα χέρια και τον καλούσε: «Έλα Βασίλη, μη φοβάσαι, θα γίνεις καλά. Εγώ θα οδηγώ στην εγχείριση το χέρι του γιατρού». Το παιδί πλησίασε, γονάτισε μπροστά του, αγκάλιασε τα πόδια του νέου κι ακούμπησε το κεφάλι του στον αριστερό του μηρό. Τότε εκείνος άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το κεφάλι του μικρού. Πριν χαθεί η οπτασία, τα παιδικά μάτια πρόλαβαν και είδαν στο βάθος του ναού μια εικόνα μαυριδερή με ασημένιες φτερούγες. Η εγχείριση πέτυχε. Η δράση και οι κινήσεις των μελών επανήλθαν. Συγκλόνισε ο Ρουμανίας Δανιήλ: Ο αγώνας για την ελευθερία κερδήθηκε με προσευχή και ελπίδα Οι γιατροί απέδωσαν την επιτυχία σε θαύμα. Ήταν 8 Νοεμβρίου, εορτή των παμμεγίστων Ταξιαρχών. Πέρασαν χρόνια. Έγιναν πολλές άλλ’ άκαρπες αναζητήσεις. Ώσπου μια μέρα, σε τηλεοπτική παρουσίαση, αναγνώρισε ανέλπιστα και με συγκίνηση ο Βασίλης το ναό της οπτασίας του. Και πήγε προσκυνητής στον Ταξιάρχη, για να προσφέρει τα δάκρυα της ευγνωμοσύνης του στο σωτήρα της ζωής του.
Αφήστε τα σταυρόλεξα και τα σουντόκου! Τα λεγόμενα παιχνίδια «εκπαίδευσης» του μυαλού
1 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΓΙΟΡΤΗ ΚΟΣΜΑΣ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΣ: Τη μνήμη των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού
Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προκειμένου να συγκεντρώσει χρήματα,
Ίσως ποτέ μέχρι σήμερα μετά την μεταπολίτευση ο εορτασμός
Ο αγαπητός φίλος και συνφημότης μας, κύριος Ιωάννης Παναγάκος όπως κάθε χρόνο, μας στέλνει ένα από τα όμορφα ποιήματα του, για την ημέρα του ΟΧΙ. Διαβάστε αρακάτω ένα από τα αριστουργήματά του.   ΕΠΟΣ ΛΕΥΤΕΡΙΑΣ Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη, τρεις η ώρα το πρωί· οι στιγμές των ρολογιών καρφωμένες στο σκοτάδι· κι’ ως να άνοιξαν οι πύλες, απ’ τους φύλακες του Άδη, σαν ο Γκράτσι πήγε νά ’βρει των Ελλήνων την ψυχή.   Κι’ ως να εδάκρυσε η μέρα ξημερώνοντας βουβή, σαν ο ίσκιος της τραβούσε κατά κει που λάμπει ο ήλιος ενδοξότατος, τρανός, απ’ τ’ αθάνατο το σφρίγος και, στου Έλληνα – φωτός, φωτοανεξάντλητη ροή -   δόξης στέφανο ηλιόπρεπα φορεί στην κεφαλή, και μετέωρη εστάθη, μόνο λίγο, πριν χαράξει, των Ελλήνων την περφάνεια, για να δει και να θαυμάσει: θαλερή, χρυσανταυγίζουσα, ξανά, φεγγοβολή.   Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη. Και η ελπίδα ζει ξανά· θαρρετή, ζωντανεμένη, στην Ευρώπη μία κόχη που η άμοιρη εθαμβώθη, απ’ την άρνηση με τ’ ΟΧΙ, απ’ τα χείλη που ειπώθη του Ιωάννη Μεταξά.   Χρόνια πριν, ο νέος "Καίσαρ" στη Μεσόγειο αλυχτά, στα νερά της τη θωριά του - την κυνός - ολογεμάτος, με όνου χάρη καθρεφτίζει, μοναχός κι’ όλο φευγάτος, τους λαούς της φοβερίζει, με την αίγλη του μεθά.   Μα δειλός μέσα στο θράσος, σα μιλά με τους Ρωμιούς, περί άλλων σαν τυρβάζει, ωσάν Νέρωνας ομοιάζει, κι’ αν τους τάζει πετραχήλια και λαγούς και οργιάζει, προσπαθεί να τους κοιμίσει, μην τους εύρει ξυπνητούς.   Κι’ έτσι άνανδρος πως είναι, στου Αυγούστου τα μισά, εις της Τήνου το λιμάνι, στα κρυφά και με υπουλία, ωσάν κλέφτης κι’ ίδιος ψεύτης - μια βαριά ιεροσυλία - στη γιορτή της Παναγίας, του σαράντα τη χρονιά,   κει που σύσσωμο το Έθνος την Παρθένο του υμνεί, κι’ απαράλλαχτα όπως πάντα την ψυχή του αναπέμπει, ο Μπενίτο Μουσολίνι, μοχθηρός, σαν γύπας φέγγει, ύπουλα, δειλά κι’ ανοίκεια, μ’ ούτε καν λίγη ντροπή,   τον τορπιλισμό της Έλλης βρήκε πράξη "ηρωική", με συνέπεια στο ψεύδος και στο όνειδος που πλέει ως φελλός μέσα σ’ αυτό - δυσωδία αποπνέει - να διαπράξει ως φόρο μίσους, στην Ελληνική ψυχή.   Γιατί ο άλλος "Αυτοκράτωρ", απ’ τα μέρη του βορρά, χωρίς Ντούτσε να ρωτήσει, κάνοντάς τον να σιωπήσει, πήρε φόρα, και το άρμα του σαν κένταυρος τροχίζει, και τις χώρες της Ευρώπης καταπίνει στη σειρά.   Κι’ ως ο νέος Καίσαρ είδε την Ευρώπη να λυγά, και του εφάνηκε πως χάνει τη μεγάλη ευκαιρία πίτα έτοιμη να χάψει, ξαφνικά, με μαεστρία, στα καλά του, πήρε θάρρος, και τον πόλεμο αρχινά.   Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη. Πριν να ’ρθεί το πρωινό, με το Γκράτσι πρεσβευτή, και θαρρώντας το παιχνίδι, στην Ελλάδα πως θα μπει και πως έχει φτάσει ήδη, τελεσίγραφο πολέμου στέλνει στον πρωθυπουργό.   Μα η απάντηση εγνωσμένη: Ένα ΟΧΙ βροντερό - Ένα ΟΧΙ σαν αγέρας που ελεύθερος σφυρίζει και που, όταν χρειαστεί, ως θεόρατος μουγκρίζει - σαν το σάλπισμα της μοίρας των Ελλήνων, το ιερό   που δεν ζει κάτω απ’ τον μαύρο ή τον κόκκινο ζυγό του στυγνού του φασισμού και του ναζισμού τη βία, τη σκλαβιά δεν την αντέχει, πολεμά για ελευθερία, δεν φοβάται Συμπληγάδες, τις νικά όπως η Αργώ.   Είκοσι οκτώ του Οκτώβρη, στων συνόρων τη γραμμή, στης Ηπείρου τις κορφές κι’ ως της Πίνδου μας τα όρη, με βροχή κατακλυσμιαία, παγωνιά και ξεροβόρι, μας εκάλεσε η μοίρα για σκλαβιά ή για τιμή.   Μες στην ίδια εκειά τη νύχτα ξανακούστηκε δια μιας, ως οι άνθινες σταγόνες που μετέωρες στεκόνταν - ιστορίας υποψία - ωσάν χείμαρρος γεννιόνταν, το “αέρα” των Ελλήνων - Φύγε ξένε, δεν περνάς.   ΟΧΙ ανέκραξαν και πάλι, ΟΧΙ στον κατακτητή - το ελεύθερο το πνεύμα των Ελλήνων κι’ αν ’ποστάσει, ζωντανεύει θεριεμένο, όταν πρόκειται να δράσει - ΟΧΙ στη σιγή του ανέμου, δεν μας πάει τέτοια ντροπή.   Και με μια πνοή το Έθνος, σε μια ’νάταση υψηλή, Θερμοπύλες, Μαραθώνες, λευτεριά για σε διψώντας, και το Κούγκι και το Σούλι, τα Ψαρά με σε τιμώντας, εστεφάνωσε και πάλι την Ελληνική ψυχή.   Την ψυχή του εικοσιένα, την ψυχή της κλεφτουριάς - την ψυχή της Αλαμάνας, που και πάλι στέκει ολόρτη, την ψυχή του Βαλτετσίου, που σε μια στιγμή αψηλώθη - που δεν άντεξε ποτέ της το ζυγό, ζυγό σκλαβιάς.   Ως η θάλασσα που αφρίζει σαν κτυπά σ’ ακροβραχιά, απ’ το Ιόνιο στο Καλπάκι, κι’ από κει έως τις Πρέσπες, στη Γραμπάλα με τη λόγχη, χαλασμός μέσα σε σφαίρες, ξεχυθήκαν οι λεβέντες, της Ελλάδος γης παιδιά.   Μες στη φλόγα του πολέμου, των Ελλήνων οι βλαστοί, τί κι’ αν λίγα μέσα είχαν μπρος στη σέσουλα του ολέθρου, τι’ κι’ αν λίγοι ήσαν - είχαν την τιμή ιερού πολέμου - για τη νίκη ξεκινήσαν, με μια θέληση σκληρή.   Στης Ηπείρου εκεί το βλέμμα που αετίσιο αιμορραγεί, Ηπειρώτισσες μανάδες, αδελφές μαζί και κόρες, με προμήθειες στον ώμο, στην ψυχή ως Μυρμιδόνες, στην ομίχλη, στην αντάρα, στο λυγμό πνιγμοσιγή,   μα καθρέφτισμα η ματιά τους, φλόγας ήλιου ιερής, τα εφόδια ρυμουλκούνε στην πυροβοή της μάχης, και κουράγιο, παρηγόρια, στο αντιφέγγισμα της λάμψης, στο στρατιώτη τα προσφέρουν, φυλαχτό της άγιας γης.   Απ’ το αίμα, το μπαρούτι, τις φωνές, τους στεναγμούς, κι’ απ’ τους "Fanti della morte", τους στρατιώτες του θανάτου που δεν έμεινε κανείς τους στη Γραμπάλα κι’ ως κει κάτου, εραγίσανε κι’ οι πέτρες μες στους τάφους τους υγρούς.   Εσαλέψαν μες στ’ ανέμου την αντάρα τη βαριά, ωσάν έκρηξη ηφαιστείου που πολλά χρόνια κοιμάται, μα όταν έλθει ο καιρός του αφυπνίζεται, βρυχάται, τα ποτάμια, η γη, τα όρη, κι’ απορήσανε κι’ αυτά.   Η ψυχή του αντρειωμένου, η περήφανη ψυχή, απ’ τους Άγιους Σαράντα, κι’ από κει ως το Τεπελένι, στη Χιμάρα, Κορυτσά, στ’ Αργυρόκαστρου τα μέρη, λευτεριά και δόξα σπέρνει μες στης μάχης την ορμή.   Εις της Πίνδου τις χαράδρες, τις κορφές, τις ρεματιές, απ’ το Σμόλιγκα στο Γράμμο, μ’ ούτε ανάπαψη λιγάκι, κι’ ως τη Φούρκα που ματώνει απ’ το στήθος του Δαβάκη, φεγγοβόλησαν μ’ ανδρεία και αστράψαν οι ματιές.   Και καθώς του Ντούτσε η αίγλη θρυμματίστηκε με μιας και το γόητρό του ετρώθη στα βουνά της Σαμαρίνας, ο στρατός του "μέγα" Φύρερ, της σεπτής Μακεδονίας εναντίον και της Θράκης, ξιφουλκήζει μονομιάς.   Και θα είχε ίδιο τέλος, ως ο άλλος μολευτής, θα πλανιόταν αιωνίως στα οχυρά και στα λαγκάδια, ωσάν μόλεμα που χάσκει, σαν κορμιά που μένουν άδεια, αν δε λύγιζαν οι Σέρβοι προς βορράν της Γευγελής.   Μα και πάλι η πλάση όλη αφουγκράζεται, γρικά, ξεπετιέται, αναθαρρεύει, τη ματιά πετά στα ύψη, κει που Πάνθεο ηρώων της Ελλάδος κλειούν στα χείλη τις μολπές ελευθερίας στη γραμμή του Μεταξά.   Και η δόξα, αν και μόνη, στις υπόγειες στοές, εις του Ρούπελ τα λιοντάρια και στου Λίσσε την περφάνεια, στου Περιθωριού τη λάμψη, και στου Εχίνου τα διαμάντια, αποκαμωμένη ζώνει τις σεπτές τις κεφαλές.   Μα και η Λεβεντογέννα, η κορφή του ουρανού, φυλακάτορας του Νότου και φρουρά της Μεσογείου, παλικαροσύνης θρέμμα κι’ αρχοντιά ζωής δια βίου, αστραπτοβογκά με τόλμη που δε βάζεις κατά νου.   Κι’ η Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη, ξεδιπλώνεται, πετά, κι’ αν για λίγο τρεμοπαίζει, αντιστέκεται και γέρνει παρ’ ευθύς μόνο μπροστά, και ξανά το άρμα σέρνει, εις τον Όλυμπο ανεβαίνει και τη δόξα χαιρετά.   Κι’ απ’ τις Πίνδου τα φαράγγια, τις ψηλές βουνοτραχιές, τώρα πια σε κάθε ράχη και σε κάθε μια ραχούλα, στα Ελληνόπουλα που θέλουν λευτεριά - μην είναι δούλα - ξαναζήσανε και πάλι και χτυπήσαν οι καρδιές.   Οι καρδιές που μόνο αίμα, αίμα αγνό Ελληνικό, ποταμό πνοής ενδόξου, κι’ από στήθη ρωμαλέα που δε σκιάχτηκαν στα σχέδια του εχθρού τ’ αβυσσαλέα, είχαν να προσφέρουν τάμα στο βωμό τον ιερό.   Τάμα ανδρείας και θυσίας για τιμή και λευτεριά, στους αιώνες νάν’ μνημείο αρετής, υψίστου επαίνου εις τον Έλληνα, Ηρώον θαυμασμού μαζί και αίνου, τάμα με αίμα ζυμωμένο, κι’ από κόκαλα ιερά.   Και θα μένει εκεί για πάντα, σαν ο χρόνος θα περνά, στ’ ουρανού τ’ απέραντα ύψη, ορθρινό μεστό του κλέους των Ελλήνων που σ’ αυτούς προσβλέπουν, πλέον, μετά δέους, τ’ όνομά τους μες στη σκέψη, να θυμίζει λευτεριά.   Λευτεριά! Είναι μια λέξη, λέξη πάντα Ελληνική - που αμάλαγα κραδαίνει τη ρομφαία, ως θεία δίκη, δίχως μίσος, μόν’ με πάθος, για ιερή δικαιοσύνη - Εδωπέρα εγεννήθη και αιώνια θε να ζει!   Λευτεριά! Είναι μια λέξη, λέξη πάντα Ελληνική. Εδωπέρα εγεννήθη και αιώνια Ναι! Θα ζει!   Ιωάννης Παναγάκος

Σχόλια αναγνωστών

Εφημερίδα

download print

Καιρός

EMAIL Επικοινωνίας

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.